Ο ανασχηματισμός της Κυβέρνησης, δηλαδή η αποκαλούμενη „σκούπα“ του πρωθυπουργού Ζόραν Ζάεβ, μοιάζει περισσότερο με πανάκι γυαλίσματος πορσελάνης, αντί να είναι αυτό που πραγματικά θα έπρεπε να είναι, ένας ολοκληρωτικός ανασχηματισμός της Κυβέρνησης, ο οποίος θα είχε νόημα και αιτία.  Ο κατάλογος των υπουργών για απομάκρυνση έμεινε στους τρεις, αφότου οι υπολοιποι τέσσερις κατέθεσαν την παραίτησή τους, ως συνέπεια των προηγούμενων συμφωνιών μ΄αυτούς ή με το κόμμα συμμαχίας στην κυβέρνηση, το DUI, πηγαίνοντας σε άλλες θέσεις ή καταθέτοντας παραιτήσεις πολύ νωρίτερα  (Ο Άσαφ Αντέμι, πρώην υπουργός πολιτισμού παραιτήθηκε δύο μόλις ημέρες μετά τις προεδρικές εκλογές).

Ο εώς τώρα αναπληρωτής πρωθυπουργός για την υλοποίηση της Συμφωνίας Πλαίσιο, Χάζμπι Λίκα, πρώην στέλεχος του κόμματος DUI, και οι εώς σήμερα υπουργοί οικονομικών και τοπικής αυτοδιοίκησης, Ντράγκαν Τέβντοβσκι από το κόμμα SDSM (Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα – κυβερνών) και Σουχέιλ Φαζλίου από το κόμμα NDP για την παραίτησή τους άφησαν να αποφασίσει το Κοινοβούλιο της χώρας.

Τέτοιο αποτέλεσμα ήταν κάπως αναμενόμενο. Πολύ γρήγορα έγινε σαφές το γεγονός ότι δε μπορεί να γίνεται λόγος για ,,σκούπα,, όταν τα πρόσωπα που απομακρύνονται στην ουσία δεν απομακρύνονται, αλλά μεταφέρονται σε άλλες θέσεις ή έχουν παραιτηθεί εδώ και αρκετό καιρό, ή και όταν υπάρχουν υπουργοί που απομακρύνθηκαν και η κοινή γνώμη ακόμη δε μπορεί να καταλάβει το λόγο της απομάκρυνσης αυτών (Ντράγκαν Τέβντοβσκι).

Τελικά, το γενικό συμπέρασμα όλων αυτών των γεγονότων ήταν ότι ο ανασχηματισμός δεν ήταν και τόσο απαραίτητος (τουλάχιστον όχι με εναν τέτοιο τρόπο και με τόσες φανφάρες), επειδή όλες αυτές οι αλλαγές μπορούσαν να γίνουν πολύ πιο σιωπηρά, μέσω ενός σιωπηρού ανασχηματισμού, κάτι το οποίο για την κυβέρνηση θα ήταν πολιτικά πολύ πιο θετικό.

Σε κράτος στο οποίο η μετανάστευση λόγω οικονομικών αιτιών σημαντικά αυξάνεται,  μια εντύπωση που επιθυμεί να μας επιβάλει η αντιπολίτευση, η οικονομία δεν αυξάνεται (όπως αυξάνεται), το επίπεδο του εργατικού δυναμικού δεν είναι σταθερό (όπως είναι), αλλά μειώνεται, οι τιμές των ακινήτων δεν είναι σταθερές, αλλά πέφτουν  (επειδή δεν υπάρχει κάποιος να τα αγοράσει), οι εξαγωγές και το συνολικό εξωτερικό εμπόριο δεν αυξάνεται (όπως αυξάνεται το αντίθετο στη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας) και άλλα παρόμοια.

Από την άλλη πλευρά όμως, δε μπορεί να δηλώνεται ότι έγινε ανασχηματισμός στην Κυβέρνηση με σκοπό αυτή να λειτουργήσει καλύτερα και αποτελεσματικότερα, και να μην ανακοινώνεται η αιτία της απομάκρυνσης των πρώτου ανθρώπου ενός τέτοιου άκρως σημαντικού υπουργείου όπως αυτό των οικονομικών, δηλαδή την απομάκρυνση του φύλακα του κρατικού ,,κουμπαρά,,. Αυτό χαλάει την εντύπωση των έντιμων σκοπών σας όταν αναλαμβάνετε ένα τέτοιο βήμα. Αφήστε που πλέκονται και διάφορες ιστορίες σχετικά μ΄αυτό – ότι ήταν πολύ τσιγγούνης με τα χρήματα του λαού, κάτι που στο SDSM μάλλον πρόκειται για ,,βιβλικό,, αμάρτημα, επειδή για το ίδιο θέμα είχε κατηγορηθεί και ο τελευταίος υπουργός οικονομικών του SDSM, Νίκολα Πόποβσκι το έτος 2006, και μάλιστα και η δαπάνηση χρημάτων εκείνον τον καιρό (που διατηρούσε το δημοσιονομικό έλλειμμα σε επίπεδα τα οποία σήμερα μπορούμε μόνο να ονειρευόμαστε) αναφέρεται ως αιτία για τις χαμένες εκλογές το 2006 και τον ερχομό του Γκρούεβσκι στην εξουσία. Επίσης, ακούγεται ότι οι σχεσεις μεταξύ του Τέβντοβσκι και του αναπληρωτή πρωθυπουργού για τα οικονομικά, Κότσο Ανγκιούσεβ, ήταν εντελώς διαλυμένες, ότι ο Τέβντοβσκι δεν ήθελε να δώσει χρήματα για το ένα ή το άλλο πρότζεκτ και πόσα άλλα ακόμη. Εννοείται, όλα αυτά με πολλούς και διάφορους τρόπους έγιναν αποδεκτά από την αντιπολίτευση και χρησιμοποιήθηκαν ,,καταλλήλως,,. Την ίδια μοίρα είχαν και τα στοιχεία για το χαμηλό επίπεδο μεγάλων επενδύσεων. Όχι ότι δίδεται σημασία στους ισχυρισμούς ,,χειραγώγησης,, του Γκιόρτσεβ, αλλά ποτέ δεν ακούσαμε το τί γίνεται με τις επενδύσεις αυτές, ούτε και για ποιό λόγο είναι τόσο χαμηλές και προς ποιούς τομείς εκτρέπονται τα χρήματα αυτά.

Όλες αυτές οι αποσιωπήσεις, όπως και ο ίδιος ο περιττός ανασχηματισμός, αποτέλεσαν ,,αποδυνάμωση της φρουράς,, της εξουσίας και δυνατότητα για την αντιπολίτευση να καταφέρει εύκολα πολιτικά χτυπήματα χωρίς μεγάλες προσπάθειες. Την εποχή που δεν είναι δύσκολο να εξαπλωθούν ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, αναλήθειες και παραπληροφορίες, ο ανασχηματισμός της Κυβέρνησης δε μπορούσε να είναι τίποτε άλλο εκτός από άδικο πεδίο μάχης, όπου αυτός που επιτίθεται (στην συγκεκριμένη περίπτωση η αντιπολίτευση) έχει το πλεονέκτημα. Εάν κάποιος νόμιζε ότι με έναν τέτοιο ανασχηματισμό θα κερδηθούν βαθμοί στην κοινή γνώμη και ότι η εξουσία θα καταφέρει να επιβάλει μια εντύπωση ότι, ορίστε, ο πρωθυπουργός ζητάει την ευθύνη από τους υπουργούς του και είναι έτοιμος να προχωρήσει σε αλλαγές, αν το θεωρήσει για απαραίτητο, τέτοιο πράγμα ούτε συνέβη, ούτε και οι πιθανότητες να συμβεί αυτό ήταν ρεαλιστικές.